Η πανδημία δεν ανέκοψε το σχέδιο μετάβασης στην “πράσινη” οικονομία και τις “πράσινες” επενδύσεις διεθνώς». Η φράση αυτή περιλαμβάνεται σε μία από τις πλέον πρόσφατες αναφορές, που εξέδωσε το έγκριτο Ινστιτούτο Ενεργειακής Οικονομίας και Ανάλυσης (IEEFA). Με έδρα τις ΗΠΑ, το IEEFA έχει την αποστολή να διαγιγνώσκει την προοπτική των επενδύσεων διεθνώς, για μια μακρά σειρά από επιχειρηματικούς κλάδους που σχετίζονται με το εγχείρημα της μετάβασης σε μια βιώσιμη παγκόσμια οικονομία. Την εποχή, που η πανδημία του κορωνοϊού έχει προκαλέσει ρήγματα στους πλέον ακμάζοντες τομείς της παγκόσμιας επιχειρηματικότητας, όπως ο τουρισμός, το λιανεμπόριο, η εστίαση, αλλά και η βιομηχανική παραγωγή, δεν φαίνεται να ισχύει το ίδιο και για τη λεγόμενη «πράσινη» επιχειρηματικότητα.

Σταθερά προσανατολισμένοι στη μείωση των ατμοσφαιρικών ρύπων, που παράγονται από τα ορυκτά καύσιμα, οι κλάδοι επιχειρηματικής δραστηριότητας που βασίζονται στη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης και στην καθαρή ενέργεια μοιάζουν ακλόνητοι, ακόμα και από τη σαρωτική κρίση, που προκάλεσε η πανδημία. Η στροφή στης Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αποτελεί μια σίγουρη επένδυση, σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ στην Ευρώπη, οι χώρες μέλη της ΕΕ θα συνεχίσουν να καρπώνονται ακόμα μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη από τις ενεργειακές αναβαθμίσεις των κτιρίων. Στην Ελλάδα όμως, υπάρχει ακόμα ένα εξαιρετικά φιλόδοξο σχέδιο, που αφορά την απολιγνιτοποίηση. Η στήριξη των λιγνιτικών περιοχών της χώρας, αναμένεται να αλλάξει τη δυναμική τους, προσελκύοντας καινοτομία και τεχνογνωσία και αλλάζοντας συνολικά τον οικονομικό τους προσανατολισμό. Συνολικά, ΑΠΕ, απολιγνιτοποίηση και προγράμματα κτιριακής ανακαίνισης, αναμένεται να αποτελέσουν πηγή παραγωγής πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ για το ελληνικό ΑΕΠ, τουλάχιστον μέχρι το 2030.

Ο θησαυρός των ΑΠΕ
Σε κινητήριο μοχλό για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να μετατραπούν μέσα στα επόμενα χρόνια οι μονάδες παραγωγής Ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές. Η επέκταση των εγκαταστάσεων «πράσινης» ενέργειας αποτελεί εδώ και μία δεκαετία στρατηγική επιλογή των ελληνικών κυβερνήσεων, όσον αφορά την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, αλλά και την τόνωση της κατασκευαστικής δραστηριότητας. Ωστόσο, στη μετά πανδημίας εποχή, οι ΑΠΕ μπορούν να αναδειχθούν και σε βασικό εργαλείο για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας από το βαρύ πλήγμα που υπέστη, λόγω του κορωνοϊού. Τα πρόσφατα στοιχεία είναι αρκετά για να αποκαλύψουν από μόνα τους τη δυναμική που έχει ο κλάδος, η ανάπτυξη του οποίου αποτελεί το κατεξοχήν «όπλο» για την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν τον περασμένο Ιούνιο από το υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων, ήδη κατά το προσεχές εξάμηνο αναμένεται να προχωρήσουν στη φάση της υλοποίησης υποδομές Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, οι οποίες αντιστοιχούν σε συνολικές επενδύσεις ύψους 11 δισ. ευρώ. Πρόκειται για πάρκα, τα οποία έχουν περάσει όλες τις φάσεις της περιβαλλοντικής και επενδυτικής αδειοδότησης και αναμένεται να ξεκινήσουν να κατασκευάζονται είτε το τελευταίο τρίμηνο του 2020, είτε κατά το πρώτο τρίμηνο του 2021. Τα έργα που έλαβαν το «πράσινο φως» των αρμόδιων υπηρεσιών τους τελευταίους μήνες αφορούν πάρκα συνολικής ισχύος 2.400 MW, τα οποία έχουν λάβει άδεια εγκατάστασης και εγκαταστάσεις με ενεργειακή ισχύ 5.800 MW, που έχουν πλήρη περιβαλλοντική αδειοδότηση (ΑΕΠΟ). Σε ορίζοντα τριετίας, αυτές οι νέες υποδομές καθαρής ενέργειας μπορούν να έχουν υλοποιηθεί πλήρως, προσθέτοντας στη χώρα μας μια εγκατεστημένη ισχύ ύψους 8.200 MW έργων ΑΠΕ, η οποία αντιστοιχεί σε ένα ποσό 8,5 με 9 δισ. ευρώ.

Επίσης μέχρι το 2023, στη χώρα μας αναμένεται να επενδυθούν ακόμα 1,5 με 2 δισ. ευρώ στην κατασκευή έργων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας. Πρόκειται για μία κατασκευαστική και ενεργειακή καινοτομία για την Ελλάδα που αναμένεται να ενισχύσει ακόμα περισσότερο την αξιοπιστία των ΑΠΕ ως βασικό πυλώνα της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος στην χώρα μας. Μόλις στις 6 Αυγούστου, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας διεκπεραίωσε μια θεσμική εκκρεμότητα που θα επιτρέψει την υλοποίηση των «αποθηκών» ηλεκτρικής ενέργειας. Με σχετική υπουργική απόφαση, τα έργα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας μπορούν να εγκαθίσταται ως συνωδά έργα σε υπό σταθμό ΑΠΕ, χωρίς περεταίρω περιβαλλοντική αδειοδότηση. Ο νέος θεσμικός στόχος της κυβέρνησης για την ενίσχυση της «βιομηχανίας» των ΑΠΕ στη χώρα μας είναι η ριζική μείωση του χρόνου αδειοδότησης ενός έργου καθαρής ενέργειας στα δυο χρόνια κατά μέσο όρο, από έξι που είναι σήμερα. Αυτό σχεδιάζεται να γίνει με την θέσπιση όλων των απαιτούμενων ρυθμίσεων έως το τέλος του τρέχοντος έτους. Ο περιορισμός του χρόνου έκδοσης όλων των απαιτούμενων αδειών αποτελεί προαπαιτούμενο για την επίτευξη των στόχων του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα και την ταχεία αύξηση του ποσοστού των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα της χώρας, στο 65% επί του συνόλου της ενεργειακής παραγωγής, μέχρι το 2030.

Έτσι, οι ΑΠΕ αποτελούν ταυτόχρονα ένα από τα σημαντικότερα στηρίγματα οικονομικής ανάκαμψης στη μετά Covid-19 εποχή και την βασικότερη ίσως αναπτυξιακή πλατφόρμα για την Ελλαδα, τουλάχιστον κατά την τρέχουσα δεκαετία. Αυτό, αναγνωρίζεται τόσο από τις ισχυρότερες επιχειρήσεις τις χώρας, όσο και από κυβερνητικούς φορείς και εκπροσώπους κρατικών οργανισμών. Ένας από αυτούς, είναι ο Γεώργιος Φιλιόπουλος, Διευθύνων Σύμβουλος της Enterprise Greece, του Οργανισμού που έχει αναλάβει την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων από το εξωτερικό στην Ελλάδα. «Ο κλάδος της Ενέργειας στη χώρα μας παρουσιάζει μια πρωτόγνωρη δυναμική τα τελευταία χρόνια, καθώς μια σειρά μεγάλων έργων που αφορούν στο φυσικό αέριο, τις ΑΠΕ και τον ηλεκτρισμό την αναδεικνύουν ως σημαντικό ενεργειακό κόμβο στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μ. Ανατολής. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από το διαρκώς αυξανόμενο ενδιαφέρον πολλών μεγάλων επενδυτικών σχημάτων, από διαφορετικές γεωγραφικές ζώνες», τόνισε πρόσφατα ο επικεφαλής της Enterprise Greece, Γ. Φιλιόπουλος.

5 δισ. για την απολιγνιτοποίηση
Πλήθος κινήτρων για τις επιχειρήσεις, συνολικά 16 μεγάλα και συγκεκριμένα έργα, αλλά και έναν «κλειδωμένο» προϋπολογισμό ύψους 5,055 δισεκατομμυρίων ευρώ, περιλαμβάνει το «πακέτο» της μετάβασης της Δυτικής Μακεδονίας και της Πελοποννήσου στη μεταλιγνιτική εποχή. Μόλις στις αρχές Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση ενέκρινε το Σχέδιο Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης Λιγνιτικών Περιοχών. Πρόκειται για έναν σχεδιασμό με διπλό στόχο, ο οποίος συνίσταται από την οικονομική στήριξη στις περιοχές όπου μέχρι σήμερα λειτουργούν οι μονάδες καύσης λιγνίτη της ΔΕΗ, αλλά και από την προσπάθεια που θα γίνει για να λάβουν οι ίδιες περιοχές έναν νέο αναπτυξιακό προσανατολισμό. «Στόχος μας οι περιοχές της απολιγνιτοποίησης να αποτελέσουν πρότυπο αναπτυξιακής πολιτικής, να απορροφήσουν το τοπικό επιστημονικό και εργατικό δυναμικό και να δημιουργήσουν υπεραξία στην τοπική οικονομία», έχει δηλώσει χαρακτηριστικά η Γενική Γραμματέας του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Αλεξάνδρα Σδούκου.

Για τα κίνητρα που πρόκειται να δοθούν σε επιχειρήσεις, ο κυβερνητικός σχεδιασμός αφορά σε γενναίες φοροαπαλλαγές, οι οποίες πρόκειται να εγκριθούν το επόμενο χρονικό διάστημα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αυτό που έχει ήδη εγκριθεί όμως, είναι το συνολικό ποσό των χρημάτων που θα διοχετευτούν στις Περιφερειακές Ενότητες Κοζάνης, Φλώρινας και Αρκαδίας μέσα στην προσεχή επταετία. Τα 5,055 δισ. ευρώ πρόκειται να διατεθούν από κοινοτικούς και από εθνικούς πόρους, από το λεγόμενο «Ταμείο Γιούνκερ» για την απολιγνιτοποίηση και από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Σύμφωνα με το Σχέδιο Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης Λιγνιτικών Περιοχών, οι περιοχές όπου λειτουργούν μονάδες της ΔΕΗ θα βασίσουν τη νέα αναπτυξιακή τους προοπτική σε πέντε πυλώνες, δηλαδή την «πράσινη» ενέργεια, τη βιομηχανία, βιοτεχνία και εμπόριο, την «έξυπνη» αγροτική παραγωγή, τον βιώσιμο τουρισμό και την τεχνολογία και εκπαίδευση.

Ήδη, έχουν σχεδιαστεί 16 μεγάλες και συγκεκριμένες επενδύσεις. Πρόκειται για τη δημιουργία φωτοβολταϊκών πάρκων, συνολικής ισχύος 2,3 GW στη Δυτική Μακεδονία, ένα ακόμα φωτοβολταϊκό πάρκο των ΕΛΠΕ στην Κοζάνη και ένα τρίτο μεγάλο δίκτυο ηλιακών πάρκων ισχύος 0,5 GW στη Μεγαλόπολη. Ειδικό βάρος θα δοθεί στη βιομηχανική καινοτομία. Στη Δυτική Μακεδονία έχει δρομολογηθεί η κατασκευή μονάδας παραγωγής πράσινου υδρογόνου, μία ακόμα μονάδα αποθήκευσης ενέργειας, ένα βιομηχανικό πάρκο ηλεκτροκίνησης αλλά και η ανάπτυξη έξυπνης μονάδας υδροπονίας. Αντίστοιχη μονάδα σύγχρονης υδροπονίας πρόκειται να κατασκευαστεί και στη Μεγαλόπολη, όπου έχουν ήδη προγραμματιστεί η δημιουργία πρότυπης φαρμακοβιομηχανίας, η δημιουργία επιχειρηματικού πάρκου, αλλά και ένα θεματικό πάρκο ψυχαγωγίας και εκπαίδευσης. Επιπλέον, στη Δυτική Μακεδονία έχει σχεδιαστεί η δημιουργία «οικοσυστήματος» οινικού τουρισμού στα πρότυπα της Βόρειας Ιταλίας, ένα ινστιτούτο ενεργειακής έρευνες και τεχνολογίας, υπό τη σκέπη του Πανεπιστήμιου Δυτικής Μακεδονίας, μια υπερσύγχρονη κλινική φυσικής αποκατάστασης, μία μονάδα ενεργειακής αξιοποίησης γεωκτηνοτροφικών υπολειμμάτων και τέλος, ένα κέντρο επεξεργασίας βιομάζας.

Το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης των επενδύσεων θα συμβαδίσει με το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων σε Φλώρινα, Κοζάνη και Αρκαδία. Το 2021 θα σταματήσουν να λειτουργούν οι μεγάλοι λιγνιτικοί σταθμοί της ΔΕΗ σε Καρδιά Πτολεμαΐδας και Μεγαλόπολη. Ήδη, η ΔΕΗ έχει ξεκινήσει τη διαδικασία για τη δημιουργία των μεγάλων φωτοβολταϊκών πάρκων στις δύο περιοχές, ενώ τις σχετικές άδειες λειτουργίας αναμένεται να λάβουν έως τα τέλη του έτους η εγκατάσταση αποθήκευσης ενέργειας και η μονάδα παραγωγής υδρογόνου. Στο εγχείρημα της ανάπτυξης μέσω απολιγνιτοποίησης συμμετέχουν διοικητικές δυνάμεις από τρία υπουργεία (Οικονομικών, Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας), υπό το συντονισμό της Επιτροπής Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης, που δημιουργήθηκε ακριβώς για να επιλύει οποιαδήποτε εμπόδια ενδέχεται να προκύψουν στην υλοποίηση των επενδύσεων.

Τα κτίρια αλλάζουν προφίλ
Το 2017, η Κοινοτική Οδηγία για την ανανέωση του κτιριακού αποθέματος της ΕΕ, εστίαζε στα δημόσια κτίρια. Τότε, οριζόταν πως για να συμβαδίσουν με τους φιλόδοξους στόχους που έχουν τεθεί για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, τα κράτη μέλη οφείλουν να ανακαινίζουν ενεργειακά, σε ετήσια βάση, το 3% της συνολικής επιφάνεια των δημόσιων κτιρίων. Φέτος, και μόλις στις 31 Ιουλίου, δημοσιεύτηκε το Φύλλο Εφημερίδας Κυβέρνησης που ουσιαστικά ενσαρκώνει την οδηγία της ΕΕ, μέσω του προγράμματος «Ηλέκτρα». Τη στιγμή που οι ιδιοκτήτες των ακινήτων και οι επιχειρηματίες του κλάδου των κατασκευών έχουν επικεντρωθεί –δικαίως– στο νέο πρόγραμμα Εξοικονομώ, το πρόγραμμα «Ηλέκτρα» έρχεται για να πολλαπλασιάσει τα προστιθέμενα οφέλη που θα καρπωθεί η ελληνική οικονομία από τις ενεργειακές ανακαινίσεις.

Στοχεύοντας στην αναβάθμιση των κτιρίων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, το «Ηλέκτρα» έχει προϋπολογισμό 500 εκατομμύρια ευρώ. Η υλοποίησή του θα ξεκινήσει τους επόμενους μήνες, εντός του 2020, με ορίζοντα ολοκλήρωσης και απορρόφησης των εγκεκριμένων κονδυλίων μέχρι το 2026. Όπως και το πρόγραμμα ανακαίνισης των ιδιωτικών κτιρίων, έχει στόχο την βελτίωση του ενεργειακού προφίλ των κτιρίων της Γενικής Κυβέρνησης, με παρεμβάσεις που θα επηρεάσουν την ενεργειακή κατανάλωση για την θέρμανση, την ψύξη, τον φωτισμό και τον αερισμό.

Βασικό κριτήριο για την χρηματοδότηση των εργασιών ανακαίνισης είναι, μετά την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων, τα κτίρια να κατατάσσονται στην κατηγορία ενεργειακής απόδοσης Β. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι μετά από την ολοκλήρωση των εργασιών, οι δικαιούχοι φορείς θα πρέπει να συντάξουν εκθέσεις οι οποίες θα στοιχειοθετούν τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, μέσω της παρακολούθησης της ενεργειακής τους συμπεριφοράς, για ένα χρονικό διάστημα τουλάχιστον 5 ετών. Η υποχρέωση της ενεργειακής παρακολούθησης, αλλά και φυσικά όλες οι εργασίες που θα γίνουν στα δημόσια κτίρια, πρόκειται να δώσουν μια τεράστια ώθηση στον κλάδο των κατασκευών, αλλά και φυσικά να αφήσουν μια «προίκα» στο δημόσιο, το οποίο θα λειτουργεί πλέον με μικρότερο κόστος και πιο συμμαζεμένες δαπάνες για την κατανάλωση της ενέργειας.

Έως τα μέσα της τρέχουσας δεκαετίας, πρόκειται να ολοκληρωθεί και το νέο «Εξοικονομώ». Η τρίτη φάση του προγράμματος που ξεκίνησε το 2011 έχει και τον μεγαλύτερο προϋπολογισμό. Το «Εξοικονομώ-Αυτονομώ», πρόκειται να ξεκινήσει τον επόμενο Νοέμβριο διοχετεύοντας στην αγορά ένα ποσό 850 εκατ. ευρώ. Στα δύο προηγούμενα προγράμματα, ανακαινίστηκαν συνολικά 130.000 ιδιόκτητες κατοικίες, ενώ, με το προσεχές πρόγραμμα εκτιμάται ότι θα βελτιωθεί το ενεργειακό προφίλ για ακόμα 70.000 σπίτια.

Από την άλλη πλευρά, κυβερνητικοί παράγοντες επισημαίνουν πως «Ηλέκτρα» και «Εξοικονομώ» είναι μόνο η αρχή. Μέσα στο 2021 αναμένεται να ανακοινωθούν και αντίστοιχα προγράμματα που θα στοχεύουν σε τουριστικά κτίρια, και επιχειρήσεις. Είναι δεδομένο πως οι ενεργειακές αναβαθμίσεις κτιρίων ισοδυναμούν με έναν κατασκευαστικό οργασμό, ο οποίος δεν θα αφήσει τις εταιρείες αυτού του πολύ σημαντικού για την ελληνική οικονομία κλάδου να υποστούν τις συνέπειες μιας αναπάντεχης κρίσης, όπως συνέβη το 2010. Με τη συμβολή των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών προγραμμάτων, η κυβέρνηση φιλοδοξεί να καθιερώσει έναν προϋπολογισμό της τάξης του 1 δισ. ευρώ ετησίως, για τις ενεργειακές αναβαθμίσεις, τουλάχιστον μέχρι το 2030. «Αυτό που κάνει το νέο πρόγραμμα πολύ ελκυστικό για την αγορά είναι ότι θα ανανεώνεται συνέχεια, θα είναι κυλιόμενο και ανοικτό. Τα κονδύλια θα είναι ευρωπαϊκά. Πιο συγκεκριμένα

δημιουργούμε ένα κομμάτι προϋπολογισμού από το υπάρχον ΕΣΠΑ. Βασικός χρηματοδότης αυτού του προγράμματος θα είναι το επόμενο ΕΣΠΑ καθώς και άλλα ευρωπαϊκά ταμεία, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης. Στόχος μας είναι τα επόμενα χρόνια ο ετήσιος προϋπολογισμός να είναι της τάξης του 1 δισ. ευρώ.», έχει εξηγήσει ο υφυπουργός Ανάπτυξης, Γιάννης Τσακίρης.